Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

εις καρδίαν λαβών


γόνυ κλίνας, τη γή το πρόσωπον δίδωσι
και τον εν ουρανοίς κατοικούντα Κύριον
εις καρδίαν λαβών,
εκείνου και εδέετο *

Νίκων ο παλαιός εκείνος παπουλάκος πληρώνει θαυματουργικά(;) τους χτίστες του ναού

Εν μιά ουν βουληθείς ο όσιος πείραν του πόθου και της πίστεως, ήν έφασκον έχειν οι προύχοντες της πόλεως εις αυτόν καν τούτω τω μέρει [=κάποια ημέρα, λοιπόν, θέλοντας ο Όσιος να λάβη πείρα του πόθου και της εμπιστοσύνης, που έλεγαν ότι έχουν σ’ αυτόν οι άρχοντες της πόλεως και σ’ αυτήν την περιοχή], επεί ουκ είχεν όθεν αφοσιώσοιτο τον μισθόν τοις δομήτορσιν ο και μηδενός οβολού ευπορείν μάρτυρας έχων τους πάντα βλέποντας οφθαλμούς [=επειδή δεν είχε από πού να πληρώση τον μισθό στους οικοδόμους, αφού δεν διέθετε ούτε έναν οβολό, σαν μάρτυρες έχοντας τους οφθαλμούς που τα πάντα βλέπουν], προυτρέψατο τοις δομήτορσιν άλυσιν αυτώ περιθείναι και δίκην ανδραπόδου [=σαν να είναι σκλάβος] εφέλκεσθαι αυτόν εκ του τραχήλου καθ' όλης της πόλεως.

Ο δε πιστός ταύτης λαός, αισθόμενος [=όταν αντελήφθη] τον σκοπόν του πράγματος, ευψύχως άμα και φιλοτίμως πάνθ' όσα τοις έλκουσιν ώφειλε καταβαλλόμενοι [=κατέβαλαν όλο όσα ώφειλε σ' αυτούς που τον έσυραν], ευχών αντελάμβανον πλούτον [=ανταμειβόμενοι με τον πλούτο των ευχών του].

Της γουν αλύσεως ταύτης τί αν γένοιτο μακαριώτερον, της τη προσψαύσει της τιμίας και καθαράς αυτού σαρκός αγιασθείσης [=η οποία με το άγγιγμα της τιμίας και καθαράς αυτού σαρκός αγιάσθηκε] και τη μεθέξει του εν αυτώ αγίου Πνεύματος [=και με την μέθεξι του αγίου Πνεύματος που υπήρχε σ’ αυτόν] νόσου πάσης και μαλακίας λυτήριον αποδειχθείσης [=απεδείχθη θεραπευτήριο κάθε ασθενείας και νόσου];

Δι' ής καθ' εκάστην πονηρά πνεύματα εξ ανθρώπων απελαύνονται και σημεία τελούνται παράδοξα και ιάσεις βρύουσι διηνεκείς επί πάσι τοις πίστει προσιούσι και επαυχενιζομένοις αυτήν; Κάν γαρ σιδηράς έτυχε της ουσίας [=κι αν είναι από σίδηρο], αλλά θεϊκής πεπλήρωται χάριτος και δυνάμεως.

Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, σ. 133, παραγρ. λζ΄ 32-52). Από όπου (σσ. 77-79, παραγρ. ιη΄ 13-15) και το motto και ο τίτλος του παρόντος. Ο ίδιος.

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

μια εκτίμηση


[...] το ωραιότερο κτίσμα του κόσμου
[η Ακρόπολη]
ήταν [το 1687, επί Μοροζίνι]
από τα πρώτα θύματα της πυρίτιδας,
που μόλις είχε εφευρεθεί! *

[...] Ήδη από τον καιρό του Θεοδοσίου (4ος αιώνας), που τον είπαν Μεγάλο, είχε διακοπεί η συνέχεια της εθνικής παράδοσης με βίαιο τρόπο. Είχαν κλείσει οι ελληνικοί ναοί και τα μαντεία με αυτοκρατορική διαταγή. Οι σχολές της Αθήνας, της Αλεξάνδρειας, της Βηρυτού και άλλες αλλού, άρχισαν σιγά-σιγά να χάνουν δύναμη, ώσπου επί Ιουστινιανού με αυτοκρατορική διαταγή διακόπηκαν σχεδόν τελείως τα μαθήματα, για να εξοικονομηθούν χρήματα για το χτίσιμο επιδεικτικών εκκλησιών, όπως της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.

Η ομορφιά της τέχνης δεν υπήρχε πια στην αίσθηση των λαών, ούτε καν στις ανώτερες τάξεις, λόγω έλλειψης παιδείας, αλλά και λόγω πολυποίκιλης φυλετικής καταγωγής. Κυρίως όμως λόγω της επικράτησης του Χριστιανισμού, ο οποίος δεν είχε κανένα συμφέρον να τρέφει την καλαισθησία του παρελθόντος και να δυσκολεύει έτσι την δική του επικράτηση!

Επί Ιουστινιανού λοιπόν, θαύμαζαν πολύ το κτίσμα της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη ως έργο τέχνης, ενώ δεν ήταν και δεν είναι -αν εξαιρέσει κανείς τον θόλο του- παρά τερατούργημα. Πώς γίνεται να υπάρχει αρχιτεκτονική ως τέχνη με λογική και ομορφιά, όταν απ’ τον καιρό ακόμα του Κωνσταντίνου οι συνήθως αμόρφωτοι αυτοκράτορες έχτιζαν συνεχώς κτίρια με δανεικά υλικά; Άρπαζαν έτοιμα καλλιτεχνήματα από παλαιά κτίρια, κομμάτια με διαφορετική τεχνοτροπία και τα έχτιζαν μαζί.

Η γλυπτική είχε σχεδόν καταργηθεί στους χριστιανικούς ναούς και για τη ζωγραφική αρκεί να ρίξουμε μια μόνο ματιά στα βυζαντινά νομίσματα, στις εικόνες των μοναστηριών του Αγίου Όρους και των μουσείων και στα ζωγραφίσματα παλαιών χειρογράφων. Από τον άσχημο και αφύσικο σχεδιασμό των μορφών καταλαβαίνουμε σε ποιά κατάπτωση είχε φτάσει αυτή η τέχνη, που γινόταν πια μηχανικά.

Για ποίηση δεν μπορεί να γίνεται λόγος, εκτός από κάποιους υποφερτούς ψαλμούς, που όμως ήταν μακρόσυρτοι και γεμάτοι ταυτολογίες. Ακόμη και η μουσική έγινε άτεχνη και σιγά-σιγά άλλαξε από ελληνική σε ασιατική, με ύφος αποχαυνωμένο και μαλθακό.

Αντί όλων αυτών, επιδίδονταν στην καλλιγραφία. Από τις άλλες τέχνες της λογικής, φρόντιζαν τη γραμματική και την ρητορική από τον άμβωνα, και κάπως την ιστοριογραφία. Ήταν βέβαια οι Βυζαντινοί πιο γραμματισμένοι από τους λαούς της Δύσης, αλλά όχι όσο μορφωμένοι χρειαζόταν. Είχαν απομακρυνθεί από την υγιή φιλοσοφία και ξέπεσαν στην σχολαστικότητα.

Την εποχή του Μεσαίωνα είχαν περιφρονήσει την μελέτη της φύσης, ενώ οι λαοί της Δύσης και του Βορρά είχαν προχωρήσει πολύ περισσότερο. Αναφέρονται βέβαια μερικές έξυπνες παρατηρήσεις και πειράματα, όπως και προσπάθειες στη βιομηχανία. Η γνώση της δύναμης του ατμού, το «πυρ του Καλλίνικου» (ή «υγρόν πυρ») που κατέστρεψε τον αραβικό στόλο, οι μεταξοσκώληκες που έφεραν από την Κίνα, η κατασκευή χαλιών, κάποια βυρσοδεψία σε ελληνικές και ασιατικές πόλεις, όλα αυτά ήταν χωρίς συνέχεια και χωρίς σπουδαία αποτελέσματα.

Το πνεύμα των λαών ήταν, μπορεί να πεί κανείς, αιχμαλωτισμένο και μακριά από το μισό μέρος της φύσης, το υλικό -ή αυτό που φαίνεται υλικό- και προτιμούσε να απολαμβάνει μέρος μόνο της ανθρώπινης διάνοιας με τρόπο υπερβατικό. Κυριαρχούσε ύφος σκυθρωπό, που προερχόταν από την παρά φύσιν καλογερική ζωή. [...]

*

[σημ. 34: Ο μονοθεϊσμός προετοιμάστηκε από την οικουμενικότητα του ρωμαϊκού κόσμου και απευθύνθηκε σε πληθυσμούς δούλων ή και σε όλους τους υπηκόους της Ρώμης, που είχαν απαρνηθεί πια τα δημοκρατικά πολιτεύματα. Έτσι εγκατέλειψαν τους θεούς που λάτρευε η Ρώμη και προτίμησαν ένα μοντέλο θεού-δημιουργού του κόσμου, εβραϊκής έμπνευσης. Οι πιο μορφωμένοι ήταν φυσικό να διατηρήσουν τα πιο φιλελεύθερα ιδεώδη μιας πιο δημοκρατικής θρησκείας σαν την ελληνορρωμαϊκή. Όταν όμως ο μονοθεϊσμός έινε η επίσημη θρησκεία του κράτους από τον Μ. Κωνσταντίνο και τον Θεοδόσιο, αναγκάστηκαν κι αυτοί να εκχριστιανιστούν. Τα ευαγγέλια της νέας θρησκείας διαδόθηκαν στα ελληνικά, ενώ ο Ελληνικός πολιτισμός ήταν ο μεγάλος εχθρός της.]

[σημ. 37: Η νέα θρησκεία άργησε να βρεί το τελικό της δόγμα. Όταν όμως επικράτησε ολοκληρωτικά, δεν ήταν δυνατό να επιτρέψει καμμιάν ελευθερία γνώμης στα θεολογικά ζητήματα. Όποιος δεν υπέκυπτε, έπρεπε να βγεί εκτός της εκκλησίας και λογαριαζόταν εχθρός και του κράτους. Αφορισμός σήμαινε εξόντωση.]

[σημ. 38: Εικονομαχία: για άλλη μια φορά η σύγκρουση Ανατολής-Δύσεως για την απεικόνιση του Θείου: η Ανατολή με το Ισλάμ που απαγόρευε τις θείες εικόνες και η Δύση με τις ιερές εικόνες και τα ιερά αγάλματα μέσα κι έξω από τους ναούς. Τον 8ο αιώνα το Βυζάντιο έπρεπε να πάρει θέση. Κατέληξε κάπου στη μέση.]


Στέφανος Κουμανούδης, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (μτγρ.-σχόλια Γιώργος Πανουσόπουλος, έκδ. Αιγαίον, Λευκωσία 2010, σσ. 66-70, 123-124, 125). -Το motto εκ του Γ. Πανουσόπουλου (ό.π., σ. 127, σημ. 48). Και ακριβώς επειδή η γλώσσα και το ύφος του μεταγραμμένου κειμένου είναι ολόιδια με την γλώσσα και το ύφος των σημειώσεων, αλλά και της επέκτασης της ιστορίας ίσαμε το έτος 1999, όπως ρητώς δηλώνεται στην έκδοση, αμφισβητώ ότι εκφράζονται ιδέες του Κουμανούδη (1876) σε αυτήν την επί το δημοτικότερον της λαλιάς μεταγραφή της επίτομης ιστορίας του ελληνικού έθνους. Ο ίδιος.

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

και δη τίς η αιώνιος ζωή


ουδέ γαρ άγευστος ην και αυτής δη
της θείας γνώσεως, δι’ ης γινώσκεσθαι
πέφυκε τα μυστήρια του Θεού *

«Η γαρ εν βαπτίσματι γέννησις
αρχή της μελλούσης εστί ζωής,
και η των καινών μελών και των αισθήσεων κομιδή
της εκεί διαίτης παρασκευή·
παρασκευάσασθαι δε προς το μέλλον ουκ έστιν ετέρως, ή
την του Χριστού ζωήν ενθένδε ήδη λαβόντας,
ός πατήρ εγένετο του μέλλοντος αιώνος...
Και άλλως δε γέννησίς εστι το λουτρόν,
και γεννά μεν εκείνος, γεννώμεθα δε ημείς·
τω δε γεννωμένω παντί που δήλον, ως άρα
την εαυτού ζωήν εντίθησιν ο γεννών»

Νικόλαος Καβάσιλας

Η νέα εν Χριστώ ζωή, ως φαίνεται, συνιστά την αιώνιον ζωήν,
η οποία άρχεται διά της πλήρους ενώσεως του βαπτισθέντος μετά του σώματος του αναστάντος Χριστού κατά την θείαν Ευχαριστίαν.
[...] το σώμα του Χριστού εμφανίζεται εις την Εκκλησίαν διά της θείας Ευχαριστίας, η οποία συνιστά την πρόγευσιν της μελλούσης ζωής, της Βασιλείας του Θεού.
Επομένως η αρχή της μελλούσης ζωής ταυτίζεται μετά της ενδύσεως εν τω Χριστώ, ενώσεως μετά του Χριστού, εισόδου εις την Εκκλησίαν, ενσωματώσεως μετά της Εκκλησίας, τοιουτοτρόπως δε δηλούται η εσχατολογική σημασία του μυστηρίου της χριστιανικής μυήσεως.

Νέναντ Μιλόσεβιτς, Η θεία Ευχαριστία ως κέντρον της θείας λατρείας. Η σύνδεσις των μυστηρίων μετά της θείας Ευχαριστίας (έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 114-115).  


-----
* Το motto εκ του Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, σ. 159, παραγρ. μδ΄ 10-12). Για δε το καθ' αυτώ post, το πάνυ σημαίνον, οφείλουμε να παραβάλλουμε το χωρίο εκ της προς Ρωμαίους, στ΄ 23 (: Διότι ὁ μισθὸς ποὺ πληρώνει ἡ ἁμαρτία εἶναι θάνατος, ἐνῶ τὸ δῶρον τοῦ Θεοῦ εἶναι ζωὴ αἰώνιος διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μας). Ο ίδιος.

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

το της αληθινής φιλοσοφίας φροντιστήριον

Η μετά την βάπτισιν επίθεσις των χειρών
των Αποστόλων
επί των κεφαλών των βαπτιζομένων,
η κλάσις του άρτου
και η μετάληψις των νεοφωτίστων,
συνιστούν δια την
αποστολικήν Εκκλησίαν τα τρία αδιάσπαστα στοιχεία
του μυστηρίου της χριστιανικής μυήσεως.

[...] ο [ιερός Χρυσόστομος] αναφέρων το άγιον θυσιαστήριον ισχυρίζεται ότι
«τούτο μεν γαρ θαυμαστόν διά την επιτιθεμένην εν αυτώ θυσίαν...
Θαυμαστόν τούτο πάλιν, ότι λίθος μεν εστι την φύσιν,
άγιον δε γίνεται, επειδή σώμα δέχεται Χριστού»
(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις την Β΄ Κορινθίους,
 Ομιλία Κ΄, 3, ΕΠΕ 19, 528).*



Νίκων ο παλαιός εκείνος παπουλάκος χτίζει ναόν στην Λακεδαίμονα με την σύμφωνη γνώμη του τοπικού επισκόπου:

«Ηγάπησα υμάς εξόχως, ώ τέκνα, ίστε δήπου και αυτοί [=το γνωρίζετε, πιστεύω, και σείς]· δήλον δε τούτο και εκ του ελέσθαι με [=και από το ότι εξέλεξα] συμβιοτεύειν υμίν. Ει ουν εύρω χάριν παρ’ υμίν, ό εγώ ποιώ και υμείς ποιήσατε».
Και στραφείς παραχρήμα προς τον θεοφιλή επίσκοπον -Θεόπεμπτος δ’ ην κατ’ εκείνω [τω] καιρώ, ο εξ Αθηνών μεν την γέννησιν κεκτημένος, εκ Θεού δε τοις Λάκωσι φερωνύμως καταπεμφθείς- λέγει προς αυτόν·«Εξέλθωμεν, ώ θειότατε, εν τη αγορά λιτανεύοντες άμα τω ευαγεί κλήρω και παντί τω λαώ».
Του δε προς τούτο επινεύσαντος, τρεις λίθους εν τω πορεύεσθαι ο όσιος επωμισάμενος [=επάνω στους ώμους του] έφερε, συμβάλειν μηδενός δυναμένου ό τι βούλεται αυτώ [=χωρίς κανείς να μπορή να εξηγήση τί θέλει να φανερώση αυτός με] η των λίθων αχθοφορία.
Ως δ’ άχρι της αγοράς εληλύθει, τους λίθους εναποθέμενος τω εδάφει, «Ενταύθα», είπεν, «ώ τεκνία μου, δέδοκται τω Θεώ καθώς μοι τω ταπεινώ απεκαλύφθη, ναόν ιδρυθήναι επ’ ονόματι αυτού του κυρίου ημών Ιησού Χριστού, της πανυμνήτου Θεομήτορος και της καλλιμάρτυρος Κυριακής, εις βοήθειαν πάσης της πόλεως υμών και σωτηρίαν. Καιρός τοίνυν υμίν εκδηλοτέραν θέσθαι την εις Χριστόν πίστιν υμών και ευσέβειαν».
Οι δ’ ουχ ως απειθείς ώφθησαν και ανήκοοι, ουδ’ ως τέκνα μωμητά [=αξιοκατάκριτα] και υιοί άνομοι, αλλ’ ως οικέται ευπειθείς και ευγνώμονες άπαντες, άνδρες τε και γυναίκες όσον εν άρχουσι και όσον εν ιδιώταις, άμα τω λόγω ως εξ ενός συνθήματος συν προθυμία πολλή, τον τε πολύν φορυτόν εξεκάθαιρον [=τον τόπο από τα πολλά αγριόχορτα και άχυρα εκαθάριζαν] και την συγκομιδήν των υλών εποιούντο, και θάτερος θάτερον εφιλονείκει τω πόθω υπερβαλέσθαι [=προσπαθούσε να υπερβάλλη στον πόθο].
Επαγωγόν γαρ εις πειθώ ο λόγος [=διότι ο λόγος είναι πειστικός], οπόταν και βίον αυτώ συμφθεγγόμενον έχη [=όταν έχει και τον βίο σύμφωνο και σύμμαχο].
Και χρήματα δε, τα μεν παρείχον μεγαλοψύχως, τα δ’ υπισχνούντο [=άλλοι δε υπόσχοντο ότι θα δώσουν], και τα καιριώτατα [=στις σπουδαιότερες ανάγκες] αυτώ συμβαλέσθαι επηγγέλλοντο και πολλήν συνεισενέγκαι [=θα συνεισφέρουν] μετά της χειρός [=με την χειρωνακτική] και την δαπάνην χρήμά τι ποθεινόν και του παντός άξιον τούτοις ελογίζετο [=γεγονός που σ’ αυτούς ήτο πολύ αγαπητό και αξιοζήλευτο]. Ην ουν ιδείν τότε πληρούμενον το του Ιερεμίου λέγοντος, «Δοκιμαστήν δέδωκά σε τω λαώ μου, και γνώση εν τω δοκιμάζεσθαι την οδόν αυτών».
Ως ουν εν ολίγω πολλή ηθροίσθη ύλη και άλλος άλλα τα προς την οικοδομήν επιτήδεια της καλλίστης ύλης τω αγίω επεδαψίλευσεν [=έφερε στον Άγιο], ως ικανόν είναι και τούτο παραστήσαι την του οσίου χάριν και το κατά γνώμην Θεού γεγενήσθαι το έργον [=ήταν δε και αυτό ικανό δείγμα που φανέρωνε την χάρι του Οσίου και ότι το έργο εγίνετο κατά το θέλημα του Θεού], απήρξατο ήδη της οικοδομής, σπαρτίω πρότερον ταύτην υπογράψας [=αφού προηγουμένως την εσχεδίασε με σχοινί] και τας τε κάτω στοάς και τας υπερκειμένας ειργάσατο, φιλοτιμοτέραν της χειρός [=της χειρωνακτικής] και τέχνην [=τεχνική ικανότητα] εισενεγκών [=επιδεικνύοντας].

Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε (νεοελ. απόδ. Γ. Κατσούλα, έκδ. Τήνος, Αθήνα 1997, παραγρ. λε΄ 18-60, σσ. 119-121).

----- 
* Τα motto εκ του Νέναντ Μιλόσεβιτς, Η θεία Ευχαριστία ως κέντρον της θείας λατρείας. Η σύνδεσις των μυστηρίων μετά της θείας Ευχαριστίας (έκδ. Π. Πουρναράς, Θεσ/νίκη 2001 σσ. 34, 280-281). Ο τίτλος πάλι σημαίνει το Μοναστήριον· λεξούλες εκ του Νίκωνος (ό.π., παραγρ. μγ΄ 2, σ. 153).

Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

αγάπην εσθίω

ἐλπίδα μὴ ἔχοντες
καὶ ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ
*

Ο υποτακτικός φορτώνει τους λογισμούς του στις πλάτες του γέροντα, και ο ίδιος παραμένει ήσυχος και αμέριμνος. Ο γέροντας είναι το φώς των οματιών του. Ο δρόμος του υποτακτικού είναι η βασιλική οδός προς τα ουράνια.

Μπορεί να κουράζεται σωματικώς, αλλά σώζεται απ’ τον ανηλεή πόλεμο των λογισμών, και ελεύθερος σαν πουλί πετάει. Γιατί οι λογισμοί είναι οι δαιμονικές ενέργειες που συνταιριάζουν με τα πάθη του καθενός. Ο λογισμός εξαχρειώνει και ο λογισμός αποκαθαίρει. Στο τέλος, πράξη και λογισμός γίνονται ένα και το αυτό.

Εγώ είμαι δούλος και ο Κύριός μου μού είπε· κάνε το έργο σου, κι εγώ θα σε τρέφω· και από πού μη ρωτάς· είτε έχω, είτε κλέβω, είτε δανείζομαι, εσύ να μη ρωτάς· μόνο να εργάζεσαι, κι εγώ θα σε τρέφω· εγώ λοιπόν αν εργάζομαι τρώω απ’ τον μισθό μου· κι αν δεν εργάζομαι, τρώω αγάπη. [Αββά Σιλουανού]

Απ’ εδώ αρχίζει η εμπιστοσύνη προς τον Θεό, και κατ’ επέκταση προς το Γέροντα. Ο υποτακτικός χορταίνει από ψωμί αλλά και από αγάπη, χωρίς να νοιάζεται από πού προέρχονται αυτά τα αγαθά, από ποιούς προσωπικούς αγώνες.

«Αν είναι μπορετό, όσα βήματα κάνει ο μοναχός ή όσες σταγόνες πίνει στο κελλί του, τόσες φορές να έχει θάρρος και εμπιστοσύνη στους Γέροντες. Αν, βέβαια, δεν έχει κάποιο φταίξομο απέναντί τους». [Αββά Σιλουανού].

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Θηριομαχία (έκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2003, σσ. 65-66).



*

 

Δεύτε πιστοί επεργασώμεθα εν φωτί τα έργα του Θεού,
ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν·
πάσαν άδικον συγγραφήν αφ’ εαυτών,
του πλησίον αφελώμεθα,
μη τιθέντες πρόσκομμα τούτω εις σκάνδαλον·
αφήσωμεν της σαρκός την ευπάθειαν·
αυξήσωμεν της ψυχής τα χαρίσματα·
δώσωμεν ενδεέσιν άρτον,
και προσέλθωμεν Χριστώ εν μετανοία βοώντες·
Ο Θεός ημών
ελέησον ημάς.

-----
* Το motto εκ της προς Εφεσίους (β’ 12) επιστολής του Παύλου. Ανωτέρω δε στιχηρόν ιδιόμελον, εκ του εσπερινού της Παρασκευής της Α΄ εβδομάδος των Νηστειών, που ψάλλεται σε ήχο πλάγιο του Α΄.